Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Έλληνες Ευρωβουλευτές απειλούν με βέτο την Αλβανία




Νοέμβριος 30, 2016.22:40

Τίρανα.
Η ένταξη της Αλβανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα περάσει μέσα από μια σειρά σημαντικών μεταρρυθμίσεων που χρειάζεται η χώρα για να εφαρμόσει τις μακροπρόθεσμες συνθήκες που αναφέρονται στην έκθεση προόδου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.



Μόλις λίγες ημέρες μετά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε τα κράτη μέλη της ΕΕ για προσωρινή αναστολή των ενταξιακών συνομιλιών με την Τουρκία, ενώ στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου  συντάχθηκε το σχέδιο ψηφίσματος για την Αλβανία από τον εισηγητή για την Αλβανία, Κνουτ Φλεκενστάιν.



Ο ίδιος ζήτησε από την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων των Πέντε, να δώσει το πράσινο φως για την έναρξη των διαπραγματεύσεων.

Ο Φλεκενστάιν είπε ότι η Αλβανία μπορεί να έχει ως εκκρεμότητα την υλοποίηση της μεταρρύθμισης στο δικαστικό σύστημα, αλλά πέρα από αυτό , πρέπει να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις.



Οι δηλώσεις για την επίσπευση της διαδικασίας έναρξης των διαπραγματεύσεων με την Αλβανία προκάλεσαν αντιδράσεις στους Έλληνες Ευρωβουλευτές, οι οποίοι προειδοποίησαν ότι θα ασκήσουν βέτο, εάν η Αλβανία δεν πληροί τα απαιτούμενα κριτήρια.



«Η Αλβανία δεν είναι έτοιμη να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις και η ΕΕ ίσως κάνει τα ίδια λάθη με την Αλβανία, όπως έκανε και με την Τουρκία. Η Ελλάδα θα ασκήσει βέτο για την ένταξη της Αλβανίας στην ΕΕ, εάν δεν υπάρξει βελτίωση», δήλωσε ο ευρωβουλευτής του ελληνικού κόμματος ‘Χρυσή Αυγή’, Γεώργιος Επιτήδειος. 



Ενώ η ευρωβουλευτής Ελένη Θεοχάρους (από το  Κίνημα Αλληλεγγύης της Κύπρου) δήλωσε ότι η Αλβανία πρέπει να σεβασθεί τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας, αναφέροντας χαρακτηριστικά  την απόφαση του δήμου της Χιμάρας να κατεδαφίσει ορισμένα σπίτια για τα οποία κατηγορείται  για ανοιχτή παραβίαση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας.



«Στις 19 οικογένειες της ελληνικής μειονότητας δόθηκαν μόνο 5 ημέρες για να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, λόγω μιας εδαφικής μεταρρύθμισης. Η Αλβανία θα πρέπει να σέβεται τα δικαιώματα των μειονοτήτων και την ιδιοκτησία», είπε η Θεοχάρους.



Πρόσθεσε ότι προβάλλεται η ανησυχία στην Αλβανία με την δημοσιοποίηση της ιδέας της «Μεγάλης Αλβανίας» λέγοντας ότι με αυτήν υπονομεύεται η σταθερότητα στην περιοχή των Βαλκανίων.



Το αλβανικό δημοσίευμα σημειώνει ότι προσκείμενοι στον Φλεκενστάιν χαρακτήρισαν τις παρατηρήσεις των Ελλήνων ως προβληματικές με την έννοια της ιδιότητας του μέλους της Ένωσης.


Πληροφορίες αναφέρουν, ότι δίδονται περιθώρια για αλλαγές στο προτεινόμενο σχέδιο μέχρι τις 17 Ιανουαρίου 2017 προκειμένου οι βουλευτές να υποβάλλουν τις τροπολογίες τους, εάν υπάρχουν, σημειώνει χαρακτηριστικά το αλβανικό δημοσίευμα.
--
               

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μόνον με αναφορά  της ενεργής ηλεκτρονικής διεύθυνσης  του ιστολογίου παραγωγής- http://www.echedoros-a.gr


2 σχόλια:

Αλή Σουλιότι είπε...

Δεν υπάρχει ελληνική μειονότητα στη Χιμάρα. Οι Χιμαριότες είναι δίγλωσσοι, και όχι αποκλειστικά ελληνόφωνοι, και η περιοχή τους δεν συμπεριλαμβάνεται στην λεγόμενη μειονοτική ζώνη.

Οι Αλβανοί της Χιμάρας την ελληνική γλώσσα την έμαθαν κυρίως χάρη της εντατικής επικοινωνίας και θρησκευτικής-στρατιωτικής συμμαχίας με την Ελλάδα και ξεχωριστά με το νησί της Κέρκυρας (και όχι μόνο). Εκεί τα παιδιά τους εκπαιδεύονταν στα σχολεία και οι οικογένειες τους προστατεύονταν και η περιουσία τους έβγαινε από το εμπόριο. Κοιτάξτε τη γράφει ο πατέρας Giuseppe Schirò – στα αλβανικά Zef Skiroi – το έτος 1720: «Η περιοχή της Χιμάρας έπαθε δύο καταστροφές από την πανούκλα και από την ισχυρή επίθεση του Τούρκων, γιατί οι Αλβανοί της χιμαριότικης ακτής είχαν βοηθήσει στην προστασία της Κέρκυρας πολεμώντας πλάι στους Κερκυραίους.»

Είναι οι Χιμαριότες απόγονοι Σπαρτιωτών αποίκων από την περιοχή της Μάνης; Οι διάλεκτοι των δύο περιοχών μοιάζουν, έχουν όμως και διαφορές. Ο Μ.Δένδιας θεωρεί ότι οι Χιμαριότες είναι ντόπιοι και δεν σχετίζονται με αποίκους από τη Μάνη. «Πιθανώτερον όθεν οι μεν Χιμαριώται να είναι αρχαίων ή μεσαιωνικών εκεί πληθυσμών απόγονοι.» (Μ.Δένδιας, «Απουλία και Χιμάρα. Γλωσσικαί και ιστορικαί σχέσεις των ελληνικών αυτών πληθυσμών.», Αθηνά – 1926, σελ. 76.)
Ο Δένδιας στηρίζεται στο γεγονός της μη ύπαρξης ειδικών ισογλώσσων ανάμεσα σε Μάνη και Χιμάρα, αλλά και στο ότι όπως λέει «Πιθανώτερον … η δε παράδοσις να επήγασεν εξ ομοιότητος, ην παρουσίαζεν, ιδίως απέναντι των Τούρκων, η κατάστασις των Χιμαριωτών προς εκείνην της Μάνης.» (Μ.Δένδιας, «Απουλία και Χιμάρα. Γλωσσικαί και ιστορικαί σχέσεις των ελληνικών αυτών πληθυσμών.», Αθηνά – 1926, σελ. 76.)

Ο Δ.Βαγιακάκος, παραμένει επιφυλακτικός σχετικά με μια πιθανή εγκατάσταση Μανιατών στη Χιμάρα: «Διά την επαλήθευσιν της παραδόσεως δεν έχουμεν βεβαίως ιστορικάς αποδείξεις.» (Βαγιακάκος, Δ., «Συμβολή εις την μελέτην του γλωσσικού ιδιώματος της Χιμάρας Βορείου Ηπείρου.», Πρακτικά Α΄ Πανελλήνιου Επιστημονικού Συνεδρίου «Βόρειος Ήπειρος – Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός» (Κόνιτσα 1987), Αθήνα : Ι.Μ. Δρυινουπόλεως-Πωγωνιανής και Κονίτσης – Πανελλήνιος Σύνδεσμος Β/ηπειρωτικού Αγώνος, σελ. 333)

Υπάρχει όντως σχέση των Χιμαριοτών με τους Μανιάτες, ή πρόκειται για μία επινοημένη παράδοση, με στόχο, όπως λέει ο Hobsbawm, «τη συνέχεια με ένα ταιριαστό ιστορικό παρελθόν;» [Hobsbawm, E. & Ranger, T., “The Invention of Tradition.”, Cambridge University Press, 1983, σελ. 7;]

Θυμίζουμε ότι στις αρχές του 19ου αιώνα ανακαλύφθηκε το «Χρονικόν της Δρυοπίδος», ένα λόγιο κατασκεύασμα, που εξυπηρετούσε και αυτό την ανάγκη και την προσδοκία των Δροπολιτών να αποκτήσουν άμεση σχέση με την αρχαία Ελλάδα, και μάλιστα με την Αττική:

«Ο ευφάνταστος συντάκτης του Χρονικού … παρετυμολογεί και αξαρχαΐζει δεκάδας τοπωνυμίων της βόρειας Ηπείρου, διά να εφεύρη ηγεμόνας και οικιστάς πόλεων, κωμοπόλεων και φρουρίων, φιλοδοξεί δε να συνδέση την ιστορίαν του τόπου του με τα ενδοξότερα ονόματα της αρχαιότητος. Δεν πρόκειται καν περί λαϊκών παραδόσεων, αλλά περί ιστορικού μυθιστορήματος λογίας κατασκευής.» (Βρανούσης, Λ., «Χρονικά της Μεσαιωνικής και Τουρκοκρατούμενης Ηπείρου – Εκδόσεις και χειρόγραφα.» Ιωάννινα 1962: Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, σελ. 119; και Βερνίκος, Ν. & Δασκαλοπούλου, Σ., «Στις απαρχές της νεοελληνικής ιδεολογίας. Το χρονικό της Δρόπολης.» Αθήνα 1999: Αφοί Τολίδη.)

Αλή Σουλιότι είπε...

Ο Petro Marko (1913-1991), συγγραφέας από το χωριό Δρυμάδες (Dhërmi),
μερικά χιλιόμετρα από τη Χιμάρα, έγραψε για τη διγλωσσία που υπάρχει στα χωριά της περιοχής: «Έτσι λοιπόν τι είμαστε; Αλβανοί! Αλλά γιατί χάσαμε τη γλώσσα μας; Θα πω ό,τι ξέρω: Γιατί οι μητέρες μας και οι γιαγιάδες μας ξέρουν καλύτερα αλβανικά π’ ότι ελληνικά; Γιατί τραγουδάμε και θρυνούμε στα αλβανικά; Γιατί οι παροιμίες μας είναι στα αλβανικά; Φαίνεται ότι από το 1820, ο εξελληνισμός έγινε πολιτικός στόχος από την ίδια την Ελλάδα…» (Petro Marko, Intervistë me vetveten: Retë dhe gurët, Shtëpia botuese: OMSCA, Tiranë 2000)

Αναφερόμενος στην προσπάθεια να ανοίξουν αλβανικά σχολεία στη Χιμάρα και στα γύρω χωριά, και στην αντίσταση που επέδειξε η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία και το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο είχε ως απώτερο στόχο του τον έλεγχο του πληθυσμού της περιοχής και τον σταδιακό εξελληνισμό του, ο Petro Marko είχε πει: «Οι πρόγονοι μας πολέμησαν με τα όπλα στο χέρι προστατεύοντας την ελευθερία και την τιμή τους, αλλά ήταν σε πόλεμο και για τα αλβανικά σχολεία. Ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης, με τον Επίσκοπο των Ιωαννίνων καταριόταν και αφόριζε όλους εκείνους που μάθαιναν στα αλβανικά σχολεία. Είναι αυτονόητη η αγριότητα των πρακτόρων του Φαναρίου, που δεν άφησαν τίποτα χωρίς να κάνουν για να απεθνικοποιήσουν την ηρωική επαρχία της Αλβανίας, τη Χιμάρα της Λαμπερίας.» (Petro Marko, Intervistë me vetveten: Retë dhe gurët, Shtëpia botuese: OMSCA, Tiranë 2000)

Ο Dhimitër Kamarda (1821-1882), Arbëreshë από την Ιταλία, υποστήριζε ότι οι Σουλιότες και οι Χιμαριότες ήταν Αλβανοί που είχαν εξελληνισθεί. Η άποψη του κατά την προσωπική μου γνώμη έχει σημασία, καθώς ο Καμάρντα είτε η άποψη του ήταν σωστή είτε λάθος, είτε το συνολικό του έργο ήταν σωστό είτε λάθος, πέθανε 30 χρόνια πριν την ίδρυση του αλβανικού κράτους. Έτσι, η θέση του για την αλβανική καταγωγή των Σουλιοτών και των Χιμαριοτών, δεν μπορούμε να πούμε ότι προέρχεται από την ενβερχοτζική προπαγάνδα. Η Nathalie Clayer καταγράφει τη θέση του Καμάρντα: «Η ιδέα ήταν ότι οι Αλβανοί – οι Χιμαριότες, οι Σουλιότες και άλλοι – συνεργάστηκαν μαζί με τους Έλληνες για την ελευθερία.» (Nathalie Clayer, Aux origines du nationalisme albanais: la naissance d’une nation majoritairement musulmane en Europe, KARTHALA Editions, 2007, ISBN 2845868162, p.207)

«Οι Χιμαριότες είναι σαν τους προγόνους τους την εποχή του αυτοκράτορα Καντακουζηνού, τους οποίους αποκάλεσε ‘Αλβανούς αυτόνομους νομάδες’. Οι Χιμαριότες που κατοικούν στην οροσειρά των Ακροκεραυνίων, είναι μία σκληραγωγημένη και επιθετική ράτσα Αλβανών χριστιανών, οι οποίοι μερικές φορές εξέρχονται από τους βράχους τους και μετακινούνται με βάρκες, τις οποίες βλέπουν ακινητοποιημένες απ’ τις ακτές τους. Ο καπετάνιος μας μας διαβεβαίωσε ότι πουλούν τους χριστιανούς αιχμαλώτους τους στους Τούρκους.» (Classical and Topographical tour through Greece, during the years 1801, 1805, and 1806, by Edward Dodwell, ESQ. F.S.A., London: Rodwell and Martin, 1819, vol. 1, p. 24)

Ο Eqrem bej Vlora, αναφερόμενος στους κατοίκους της Χιμάρας, έγραφε στα Απομνημονευματά του ότι «Ανάμεσά τους είναι μόνο 3000 άτομα που μιλούσαν ανέκαθεν ελληνικά και που όλοι τους ανάγονται σε μια μοναδική ρίζα, οπωσδήποτε μακρόχρονη, ελληνικής προέλευσης.» (Eqrem bej Vlora, "Kujtime (1885-1925)", Shtëpia e Librit & Komunikimit, Tiranë 2003, fq.194.)

Από την άλλη, ο προσωπικός γιατρός του λόρδου Byron που έζησε από μέσα τα γεγονότα της επανάστασης του 1821 (τουλάχιστον 80-100 χρόνια πριν γράψει ό,τι έγραψε ο Eqrem bej Vlora), είπε: «Μερικές ημέρες ύστερα από την άφιξή μας στο χωριό αυτό, παρουσιάσθηκε στον Μαυροκορδάτο ο Σπυρομίλιος, με ένα σώμα από 200 Χιμαριότες, πού είχαν την πιό πολεμοχαρή εμφάνιση μέσα σε όλον τον στρατό. ΔΕΝ ΞΕΧΩΡΙΖΟΥΝ ΑΥΤΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΒΑΝΟΥΣ, γιατί το ντυσιμό τους και η γλώσσα τους είναι εντελώς αλβανικά, αλλά παρ’ όλο πού η θρησκεία τους είναι ελληνική (χριστιανική), δεν καταλαβαίνουν ούτε λέξη ελληνική.». (Julius Millingen, Memoirs of the affairs of Greece, London 1831, p. 208-209)