Η ελληνική μειονότητα δεν είναι «ατραξιόν» πατριωτικού τουρισμού





«Κάποτε το σημαντικότερο πρόβλημα ήταν η ασφάλεια, άλλοτε τα ζητήματα παιδείας... αυτό που κρίνω σήμερα ως πιο σοβαρό είναι το περιουσιακό», αναφέρει ο Λεωνίδας Παππάς.


Νοέμβριος 4, 2018. 19:38


 «Ακόμα και εγώ που ζω με την οικογένειά μου εδώ, μεγαλώνοντας τρία παιδιά, αισθάνομαι μερικές φορές ότι είμαστε “ατραξιόν” πατριωτικού τουρισμού ή μια εστία που κατά καιρούς παράγει εντάσεις για να γίνονται “λάβαρα” των εθνικιστών».


Και η πραγματικότητα είναι ότι η ελληνική μειονότητα της Αλβανίας ήρθε ξανά στην επικαιρότητα για όλους τους λάθος λόγους. Ή μήπως όχι;



Οι 'Σαββατιάτικες Συναντήσεις' «ταξίδεψαν» μέχρι τους Αγίους Σαράντα. Εκεί όπου γεννήθηκε και ζει ο Λεωνίδας Παππάς, γνωστό μέλος της ελληνικής μειονότητας και, μέχρι πριν από λίγους μήνες, πρόεδρος της οργάνωσης «Ομόνοια».


Ο Παππάς γεννήθηκε στο Αλύκο, ένα χωριό 6,5 χιλιόμετρα από τους Αγίους Σαράντα το 1974 και με εξαίρεση τη δεκαετία 1991-2000, όπου βρέθηκε για σπουδές στην Ελλάδα, ζει στην Αλβανία, ακόμη κι όταν δεν δίνονται αφορμές για πηχυαίους τίτλους και δραματοποιημένα τηλεοπτικά πλάνα. 

«Υπάρχει μία άγνωστη σε εσάς καθημερινότητα, που δεν διαφέρει πολύ από την επαρχία της Ελλάδος», λέει.

 «Υπάρχουν χωριά με αμιγώς ελληνικό πληθυσμό, που ο επισκέπτης δεν νιώθει ότι είναι σε άλλη χώρα αλλά σε ένα κλασικό ηπειρωτικό χωριό, με τα ίδια έθιμα, τα ίδια πανηγύρια, τους ίδιους τσακωμούς, τις ίδιες χαρές και τις ίδιες δυσκολίες. 
Υπάρχουν και μεικτές κοινωνίες, όπως η πόλη που ζω, όπου στην επαγγελματική και κοινωνική δραστηριότητα με τους περισσότερους Αλβανούς έχουμε άριστη σχέση, με κάποιους άλλους φαινομενικά καλή, αλλά υποβόσκουν η υποκρισία και η καχυποψία».
 «Τα εθνικιστικά κρούσματα εντάσεων είναι συνήθως εισαγόμενα στην κοινότητα», συμπληρώνει.


Αξιοποιώ την αναφορά του, γιατί στην Ελλάδα χύθηκε πολλή μελάνη για το ποιος ήταν ο Κωνσταντίνος Κατσίφας, που έχασε τη ζωή του ανήμερα την 28η Οκτωβρίου. Ποινικός; Εθνικιστής; Πατριώτης; Ακραίος;


Ο Παππάς ανακαλεί την τελευταία τους συνάντηση, πριν από κάποιες εβδομάδες.

 «Κάτσε στην άκρη δεν είναι για σένα αυτά…», του είπε ο Κατσίφας, όταν είδε τον Παππά να προσπαθεί να αλλάξει το σκασμένο λάστιχο του αυτοκινήτου του.

 «Μου έδειχνε σεβασμό όχι μόνο λόγω της ιδιότητάς μου ή των λίγων περιπτώσεων συνεργασίας που είχαμε στην οικοδομή (σ.σ. ο Παππάς έχει σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ενώ ο Κων. Κατσίφας εργαζόταν περιστασιακά ως ηλεκτροκολλητής). 

Εδειχνε απίστευτη προθυμία να βοηθά τους συνανθρώπους του και γινόταν θυσία για τα κοινά, είτε επρόκειτο για το πανηγύρι του χωριού είτε για να βρεθεί στα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία.

 Το θεωρώ απίθανο να εμπλεκόταν σε παρανομίες ή να ήταν ενταγμένος σε κάποια οργάνωση», σημειώνει. Ωστόσο, δεν κρύβει ότι ανησυχούσε για το «μόνο “ακραίο” που είχε πάνω του ο Κωστής, την ψύχωσή του με την ελληνική σημαία».


Στο ερώτημα για τις ιδεολογικές διαστάσεις που πήρε το ζήτημα στην Ελλάδα, ο Παππάς απαντά, αναδεικνύοντας την ιδεολογική φόρτιση πάνω στο Βορειοηπειρωτικό, τα τελευταία 80 χρόνια: 

«Η αναφορά στις διώξεις των Βορειοηπειρωτών κατά την περίοδο του κομμουνισμού αποτελούσε παράλληλα και μομφή κατά της ιδεολογίας του καθεστώτος. Μας λένε πολλοί συμπατριώτες μας από την Ελλάδα πως “αν μιλούσαμε για τη Βόρειο Ηπειρο, μας έλεγαν φασίστες”. Δυστυχώς δεν έχουμε απαλλαχθεί από αυτή τη νοοτροπία».


Ο ίδιος βρίσκει την ευκαιρία να επισημάνει και το γεγονός ότι η ανάρτηση της ελληνικής σημαίας δεν συνιστά παρανομία. 

Εξηγεί ότι η ελληνική είναι επισήμως αναγνωρισμένη εθνική (σ.σ. και όχι θρησκευτική) μειονότητα, ενώ ανατρέχει στα πρώτα χρόνια μετά το 1991 και την πτώση της δικτατορίας Χότζα-Αλία: 

«Στις εκδηλώσεις μας, στα σπίτια, ακόμα και σε μειονοτικά κοινοτικά κτίρια αρχίσαμε να αναρτούμε δίπλα από την αλβανική και την ελληνική σημαία. Δεν υπήρχε κάποιος νόμος που να μας το επιτρέπει, αλλά και ούτε να μας το απαγορεύει. Ηταν κάτι που το αλβανικό κράτος και η κοινωνία είχαν αποδεχθεί, χωρίς βέβαια να λείπουν οι αντιδράσεις από κάποιους εξτρεμιστές». 

Κάποια χρόνια αργότερα, το 1999, η σύμβαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων επικυρώθηκε από την αλβανική Βουλή δίνοντας και τυπικά αυτό το δικαίωμα στους Ελληνες της Αλβανίας.


Παρά το ότι τύποις υπάρχει προστασία, ο Παππάς επιμένει ότι οι προκλήσεις για τη μειονότητα παραμένουν. 

«Κάποτε το σημαντικότερο πρόβλημα ήταν η ασφάλεια, άλλοτε τα ζητήματα παιδείας... αυτό που κρίνω σήμερα ως πιο σοβαρό είναι το περιουσιακό. Υπάρχει σχέδιο του αλβανικού κράτους και παρακράτους να απογυμνώσει περιουσιακά τη μειονότητα». 

«Και η Αθήνα, τι ρόλο παίζει;» τον ρωτώ, καθώς ηχούν στα αυτιά μου οι πρόσφατες δηλώσεις του παραιτηθέντος υπουργού Νίκου Κοτζιά ότι το κλείσιμο των ανοικτών μετώπων με την Αλβανία ήταν ζήτημα... εβδομάδων.


«Θα ήμασταν αχάριστοι αν δεν αναγνωρίζαμε τη στήριξη του ελληνικού κράτους σε πολλά επίπεδα. Με στεναχωρεί όμως που δεν υπάρχει μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για το μέλλον της εθνικής ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία», λέει, κάνοντας λόγο για παθητική ή αμυντική στάση της Αθήνας απέναντι στην πολιτική της Αλβανίας.

 Αποδεικνύοντας, ίσως, και πόσο ελληνική είναι η μειονότητα, προσθέτει: «Βέβαια και εμείς ως πολιτικοί εκπρόσωποι της μειονότητας δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών... συνήθως “περί άλλων τυρβάζουμε”».


Την ημέρα της παραίτησης Κοτζιά, ο Παππάς ανήρτησε στο Διαδίκτυο ένα ιδιαιτέρως θετικό σχόλιο για τον τέως υπουργό. Και δέχθηκε σφοδρή κριτική. 

«Η άποψή μου δεν αλλάζει. Θεωρώ προς τη σωστή κατεύθυνση τις πρωτοβουλίες του ΥΠΕΞ Ελλάδος να επιδιώκει διάλογο και συνεργασία με την Αλβανία αντί των “παγωμένων” σχέσεων.

 Δεν μπορώ όμως να μην εκφράσω την απογοήτευση για το γεγονός ότι δεν ερωτηθήκαμε ποτέ για την ατζέντα και τη θέση που θα έχει η μειονότητα σε αυτό τον διάλογο.

 Πολλοί συμπατριώτες μας έχουν την αίσθηση ότι το βορειοηπειρωτικό ζήτημα είναι ένα αναλώσιμο προϊόν για την επίλυση άλλων ελληνοαλβανικών ζητημάτων. 
Δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη αλλά πρέπει να δοθούν πειστικές απαντήσεις για το αντίθετο».


Καθώς συζητάμε, οι πληροφορίες για τις έρευνες σχετικά με τον θάνατο του Κωνσταντίνου Κατσίφα διαδέχονται η μία την άλλη.

 «Η τελευταία του επιθυμία ήταν να χτίσει μια εκκλησία στο χωριό του», μου λέει ο Παππάς. «Είναι το χρέος που μας άφησε και θα το κάνουμε για την ανάπαυση της ψυχής του και ως ένα βωμό εξευμενισμού των καταιγίδων του τόπου μας».


ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΤΕΡΖΗΣ- kathimerini.gr



--